search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Η μουσική, ο ήχος, ο Ξενάκης και ο (Maurice) Jarre: μια κουβέντα με αφορμή τις εμφανίσεις με τον Ιλάν Μανουάχ στο Deteriorate Sound Festival 2015 και στο Electric Nights Festival (Booze, 4/4)

Ο περισσότερος κόσμος τον έχει μάθει χάρη στη μουσική του για διάφορες ανά τα χρόνια θεατρικές παραστάσεις, όμως ο Δημήτρης Καμαρωτός είναι πάνω απ' όλα ένας ακαταπόνητος ερευνητής του ήχου. «Ο αυτοσχεδιασμός», δηλώνει, «είναι τόσο βαθιά μέσα στη μουσική, που δεν μπορώ να τον διαχωρίσω από τη σύνθεση». Είπαμε κι άλλα πολλά ενδιαφέροντα, έχοντας ως αφορμή τις επικείμενες κοινές του εμφανίσεις με τον Ιλάν Μανουάχ –θα παίξουν τόσο στο Deteriorate Sound Festival 2015 (Δευτέρα 30 Μαρτίου με Τετάρτη 1η Απριλίου στο Six d.o.g.s., εκείνοι εμφανίζονται Τρίτη 31/3), όσο και στο Electric Nights Festival (Booze Παρασκευή 3 & Σάββατο 4 Απρίλη σε συνεχή ροή, εμφανίζονται 10.00 το πρωί του Σαββάτου)...
 
 
 
Κοιτώντας κανείς το βιογραφικό σας βρίσκει μια πληθώρα μουσικών σταθμών, μα και μια πληροφορία που δεν φαίνεται ταιριαστή με την υπόλοιπη, σταθερή, σας κατεύθυνση: σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων. Ξεκινήσατε με κάποιον άλλον επαγγελματικό στόχο;
 
Ναι, αν και πάντα ήμουν και μουσικός. Αλλά χρειάστηκε να τελειώσω έναν κύκλο σπουδών μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που ήθελα να κάνω δεν ήταν μουσική παράλληλα με κάτι άλλο, αλλά μόνο μουσική. Έτσι ουσιαστικά ξανάρχισα σπουδές εκτός Ελλάδας. Μου πήρε 10 ακόμα χρόνια και από μια πλευρά συνεχίζω και τώρα να σπουδάζω μουσική.
 
Πώς δουλεύετε συνήθως για τη μουσική μιας παράστασης; Κατά πόσο λειτουργείτε αυτοσχεδιαστικά;
 
Στις παραστάσεις δουλεύω στην πρόβα. Με τον σκηνοθέτη, με ηθοποιούς, με μουσικούς, όχι σε απόσυρση με κάποιο κείμενο και φανταστικά πρόσωπα και καταστάσεις. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα –φροντίζω να– είναι τόσο διαφορετικά κάθε φορά, που δεν υπάρχει συνταγή. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν πάντα ενσωματωμένος στη μουσική. Είναι τόσο βαθιά μέσα της, που δεν μπορώ να τον διαχωρίσω από τη σύνθεση. Ανάλογα τι περιορισμούς θα του βάλεις, έχει τελείως διαφορετικές χρήσεις. Παραμένει ταυτόχρονα και τεχνική/εργαλείο, μα και το πιο αυθόρμητο μέσο έκφρασης. 
 
Kamarotos_2
 
Το πρώτο CD σας που αγόρασα ήταν η μουσική για τον Εθνικό Ύμνο του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Μια παράσταση που έχει μείνει ιδιαιτέρως στη μνήμη μου. Εσείς τι θυμάστε πιο έντονα από τη συγκεκριμένη συνεργασία; 
 
Τις πρόβες στο υπόγειο γραφείο του Θησείου με όλους τους ηθοποιούς κι εμένα να παίζω από έναν μικρό ενισχυτή διάφορα μουσικά υλικά τα οποία έφτιαχνα· με τεράστια απόσταση ύφους μεταξύ τους, αλλά με κοινό χαρακτηριστικό το ότι μου φαίνονταν απόλυτα αναγκαία για τη συγκεκριμένη παράσταση. Κάποια από αυτά έγιναν τελικά αναπόσπαστο μέρος της.
 
Τι σχεδιάζετε να παρουσιάσετε στο Six d.o.g.s., στα πλαίσια του φετινού Deteriorate Sound Festival, από κοινού με τον Ιλάν Μανουάχ; 
 
Από την ηχητική πλευρά, είναι για μένα η συνάντηση του ηλεκτρονικού ήχου και του πνευστού. Εδώ θα υπάρχει μια ιδιαιτερότητα, βέβαια, λόγω της χρήσης ενός συστήματος που επιτρέπει την αλληλεπίδραση μα και την άμεση συνομιλία του ενός με το άλλο. Γι’ αυτό θα χρησιμοποιήσω κι ένα ακόμα πνευστό (που «οδηγεί» ηλεκτρονικό ήχο), ώστε να συνυπράξω με το σαξόφωνο του Ιλάν Μανουάχ. 
 
Από μια άλλη πλευρά, υπάρχει κι εκείνη η ισορροπία μεταξύ ενός υλικού που αναπτύσσεται ταχύτατα –συνειρμικά σχεδόν– σαν μια πυκνή, αυτόματη συνομιλία δύο μουσικών, ενώ ταυτόχρονα ρίχνω και μια «ματιά» στο πώς είναι αυτό που παίζεται στη διάρκεια του χρόνου. Εκεί, ο αυτοσχεδιασμός και η σύνθεση γίνονται μία και μοναδική πράξη.
 
Υπάρχουν όμως και άλλα, που προτιμώ να μην τα ονομάσω, για να τους δώσω έτσι μια μικρή ευκαιρία να υπάρξουν...
 
Kamarotos_3
 
Είστε και συνθέτης μα και ηχητικός σχεδιαστής (sound designer). Για τους αναγνώστες που μπορεί να μπερδεύονται με τη δεύτερη έννοια, πού θα βάζατε εσείς το όριο μεταξύ των δύο αυτών δραστηριοτήτων; Τι τις κάνει να συγγενεύουν και τι –συνήθως– τις διαφοροποιεί;
 
Η εμπειρία μου από τη μουσική μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση μιας αλυσίδας. Από αυτήν γεννιέται, διαφοροποιείται, φθίνει και ξαναζεί (η μουσική) στις διάφορες μορφές της. 
 
Αυτή η αλυσίδα είναι: θόρυβος, ήχος, μουσική, θόρυβος, ήχος, μουσική …με  αέναη επανάληψη. 
 
Επειδή ο ορισμός, οι ιδιότητες, η αισθητική και τα συστήματα της μουσικής βγαίνουν από την ανάγκη μας για αυτήν, όλα τα παραπάνω (δηλαδή τι είναι θόρυβος και τι μουσική) είναι τελείως σχετικά, πέρα από μια στεγνή, φυσική περιγραφή. Έτσι, κάτι που θεωρείται από όλους μουσικό έργο μπορεί να παίρνει τη λειτουργία «θορύβου» σε σχέση με το τι και γιατί ενδιαφέρει την ακοή μας. Αλλά και αντίστροφα, ένας ήχος περιβάλλοντος, μια μηχανή, ένας βόμβος να ενδιαφέρει και να παίρνει τη σημασία μουσικής σε μια άλλη στιγμή.
Επομένως η σχέση μου –ως μουσικού– με την ηχητική μας περίμετρο, με τους ήχους που μας περιβάλλουν, με τη διαφοροποίηση των πηγών και των αποστάσεων από αυτές, δεν διαφέρει καθόλου στη βάση του από τη γραφή ενός κουαρτέτου ή ενός τραγουδιού. Μόνο οι τεχνικές διαφέρουν.
 
Τι έχετε κρατήσει πιο έντονα στις αναμνήσεις σας από τη γνωριμία με τον Ιάννη Ξενάκη;
 
Έτυχε να γνωρίσω τον Ξενάκη πρώτα διαβάζοντας τις σκέψεις του για τη μουσική –που με είχαν και με έχουν συνεπάρει– μετά σαν πανεπιστημιακό δάσκαλο και αργότερα από κοντά, σε ένα περιβάλλον συνεργασίας με την Πολυαγωγία και το ΚΣΥΜΕ. Η κάθε νέα φάση ήταν για μένα και μια έκπληξη. Σαν να ήταν ένα άλλο, πάντα ιδιαίτερο άτομο, σε κάθε έναν από εκείνους τους ομόκεντρους κύκλους. Αυτό που μου έχει μείνει είναι ότι πάντα έδινε την εντύπωση ότι υπήρχε ένας ακόμα πιο βαθύς και ατομικός πυρήνας, ακόμα πιο εκπληκτικός και άγνωστος, κρυμμένος στην ψυχή του. 
 
Kamarotos_4
 
Και από τη μαθητεία σας με τον Maurice Jarre στη μουσική για κινηματογράφο; Ποιο ήταν το σημαντικότερο πράγμα που σας δίδαξε; Και ποια δικά του soundtrack αγαπάτε ιδιαιτέρως; 
 
Μη με ρωτάτε για τη μουσική του Jarre ή του Mozart ή του Bill Evans ή… Δεν έχω καμιά που πραγματικά να προτιμάω, μόνο κάποιες που ακούω κατά καιρούς πιο πολύ. Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με τον διαφορετικό τρόπο που ακούει ή σκέφτεται τη μουσική ένας μουσικός. Ακούγοντας τον Maurice Jarre σαν δάσκαλο στην κινηματογραφική μουσική, βρήκα κάτι που έψαχνα τότε: ότι αν και ένα κύριο χαρακτηριστικό της μουσικής είναι το «άπλωμά» της στον χρόνο, είναι δυνατό –όταν τη σκέφτεσαι, όταν τη διαχειρίζεσαι– να της αφαιρέσεις τη χρονική διάσταση. Κάτι σχεδόν αντίστροφο από αυτό που κάνουμε όταν βλέπουμε ένα έργο ζωγραφικής.
 
Τι περιλαμβάνεται στα υπόλοιπα σχέδιά σας μετά το Deteriorate Sound, ας πούμε μέχρι το φετινό καλοκαίρι;
 
Αμέσως μετά, πάλι με τον Ιλάν Μανουάχ, παίζουμε στο Electric Nights Festival στο Booze. Μετά οι παραγωγές του Φεστιβάλ Αθηνών θα πάρουν όλο τον χρόνο μου. Είναι το Τεξτιλέν σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίττη, μετά Οι Τυφλοί που το αναπτύσσουμε δραματουργικά μαζί με τη Ζωή Χατζηαντωνίου και τη Σαβίνα Γιαννάτου (και έχει μια καταπληκτική ομάδα ηθοποιών) και τέλος οι Ευμενίδες σε μετάφραση Δημητριάδη, ως μονόλογος της Στεφανίας Γουλιώτη. Αν μάλιστα ο δρόμος οδηγήσει προς τα εκεί, ίσως και να συμμετέχω ζωντανά στη μουσική.